Πέμπτη 22 Ιουλίου 2010

Υστερόγραφο

(φωτογραφία: Iris Marilù Humm)


Οι όρκοι μετρούν τα κουράγια των ανθρώπων. Λειψά τα βγάζουν πάντοτε.
Οι όρκοι. Τα ιερά ψέματα, σα να λέμε...

Προσπαθώ να ανακαλέσω παρελθόντα και πέφτω στο κενό. Δυο χρόνια. Ένα μπαλόνι που έσκασε σε κάποιαν άγνωστη ατμόσφαιρα κι οι σάρκες του σκορπισμένες όλες μέσα στο δωμάτιο μου. Καμιά μνήμη δεν έχω κι όμως όλα τα θυμάμαι και ξεχνώ...
Κάποτε η μόνη λέξη που μπορούσα να πω ήταν φοβάμαι. Τώρα σέβομαι περισσότερο τη σιωπή.
Αναρωτιέμαι μονάχα, αν οι άνθρωποι ήξεραν πως απ' τα ακροδάχτυλα τους -καμιά φορά κι απ' τα χείλη ή τις σταλαγματιές των ματιών τους- κρέμονται οι ευτυχίες άλλων ανθρώπων, θα 'χαν τη δύναμη μια ζωή να τις κουβαλούν, έχοντας μπει σε τροχιά συνεχούς απομάκρυνσης από τους ιδιοκτήτες τους;
Μην απαντάς.

Υ.γ.: Ορκίζομαι, ορκίζομαι, για άλλον άνθρωπο δε θα ξαναγράψω.

Τετάρτη 7 Ιουλίου 2010

772010



Γνώρισα όλους, σχεδόν, τους ανθρωπομορφισμούς της ελπίδας, κι έτσι όρισα τη σχεδόν απογοήτευση, το σχεδόν δίδαγμα και τους σχεδόν ανθρώπους. Πόσους πολλούς έχουμε από δαύτους... 

~

Κατάλαβα πόσο αγαπώ τα ηλιοφέγγαρα στα βλέμματα που ξεφεύγουν από καστανά μάτια, και είναι μονάχα το θράσος που δημιουργεί η ανάγκη, ίσως και η ψευδελπίδα μιας υπόσχεσης, που με κάνει να θέλω να τα αντικρίζω... 

~

Καμιά φορά όμως κουράζομαι τόσο που χαμηλώνω το κεφάλι και, απειλώντας το τίποτα, υπόσχομαι πως ποτέ ποτέ δε θα ξαναορθώσω τα βλέφαρα μου, και κανείς δε θα ψάξει να ικανοποιήσει το ελάχιστο του εγωισμού μου αναζητώντας με... 

~

Ποθώ να γράφω μα δεν έχω λέξεις, κι όλα μου τα θέλω φαντάζουν αδιάπρακτα εγκλήματα κατά της φυσικής τάξης των πραγμάτων. Δικαίως οι σκέψεις μου τα κυνηγούν σαν Ερινύες, μα δε θα τα φτάσουν ποτέ... Σίγουρα όχι απόψε...

Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

Admissions


(η φωτογραφία από εδώ)

Κάθε φορά που μιλούσα από καρδιάς, τα χρόνια μου έμπαιναν εμπόδιο στην αποδεκτότητα των λόγων μου. Μια μέρα θα καταλάβεις, μου λέγανε... Αφέλεια παιδική ακόμα στο μυαλό κι αυτή σε ορίζει... Κι ίσως έτσι να ήταν, έτσι να είναι... Φοβάμαι. Δεν το κρύβω. Ποτέ δεν το έκρυψα. Τρέμω τον αδύναμο εαυτό μου. Τρέμω...
Μια στιγμή αρκούσε. Η παλάμη χάιδεψε ορμητικά τις λέξεις, κι αυτές σβήστηκαν, λες και το μελάνι τους ποτέ δεν στέγνωσε... Μια βόλτα στη θάλασσα. Κοίτα ουρανός, κοίτα αστέρια, κοίτα κύματα. Όλα τακτοποιημένα, όλα στη θέση τους. Η μουσική έπαιζε. Η επίγνωση με βρήκε απροετοίμαστη κι όμως γαλήνια... Είμαστε όλοι μόνοι μας. Όλοι... Κανείς δε ξέρει τι σκέφτομαι, τι νιώθω, ούτε τι σκέφτεσαι και τι νιώθεις εσύ. Ο καθένας μας βρίσκεται αλλού, σ' ένα δικό του σύμπαν, κι είναι δικαίωμα του. Με ποιο δικαίωμα όμως να σε μπάσω εγώ στο δικό μου σύμπαν και με ποια δύναμη; Υπάρχει άραγε κοινό σημείο συνάντησης; Όχι για όλους, έστω για δυο... Τόσο διαφορετικά όμοιοι και συνάμα τόσο όμοια διαφορετικοί... Καμιά φορά βρισκόμαστε όμως, ε; Πίσω απ' τις λέξεις... Μόνο έτσι. Μόνο μέσα απ' ότι δημιουργούμε σκορπάμε τον εαυτό μας δίχως να τον χάνουμε. Στις λέξεις, στις νότες, στις σιωπές. Στις υπογραμμισμένες φράσεις των βιβλίων, στις τσακισμένες τους σελίδες. Και μόνο έτσι νιώθουμε ο ένας τον άλλο, για λίγο, μόνο για λίγο. 
Πανάκριβα μας την πούλησε ο Θεός τη ζωή, έγραψε η Αλκυόνη... Ξέρεις τι ? Απόψε την πιστεύω. Αναρωτιέμαι μονάχα, αν εκείνο το άστρο θα κοιτά αιώνια το κενό. Ή αν κάποια μέρα αντικρίσει στην πανσέληνο το χρώμα απ' τα μάτια Του... Αν θα δώσει σημεία ζωής το παράλογο. Γιατί το παράλογο δεν είναι να θες, σ' αυτόν τον κόσμο, να σ' αγαπουν και ν' αγαπάς, αλλά τούτο το θέλω σου να εκπληρώνεται... Η ίδια μας η ύπαρξη μας θέλει σκυφτούς. Να μην κοιτάμε τριγύρω την ομορφιά και ξελογιαζόμαστε. Να μην αγγίξουμε τ' άνθη και μας χαράξουν τ' αγκάθια τους. Δεν είναι ώρα, μας φωνάζει, για πληγιασμένα δάχτυλα. Φοβάται κι η ύπαρξη. Φοβάται... Νομίζεις έχει πολλά και κείνη; Τούτες οι άμυνες της απέμειναν μονάχα. Αγώνα κάνει για να μην καταργηθεί. Αρκεί να ξεχωρίζεις τις ώρες που πρέπει να την ακούς. Δε θ' αντικρίσεις ποτέ ουρανό αν σκύβεις συνεχώς. Και, μη ξεχνάς, τα όνειρα μόνο με κόκκινα δάχτυλα μπορούν ν' αγγιχτούν...
Την Κική πάλι, που φωνάζει πως είναι μύθος η Αγάπη, δεν την πιστεύω μία. Με θυμώνει έτσι που τα λέει, δεν είναι οι άνθρωποι για να μιλούν. Η σιωπή υποτιμάται. Η Αγάπη μας φταίει που δεν υπάρχουν ψυχές να την πιστέψουν; Όχι ρε. Το τίποτα μας φταίει. Αμφιβολίες, αμφιβολίες, αμφιβολίες. Αμφιβολίες κι ελαφρότητες. Πως μου τη δίνουν όσοι δεν παίρνουν στα σοβαρά το χρόνο τους. Κι εγώ μέσα σ' αυτούς είμαι, μη νομίζεις. Αλλά προοδεύω. Αργά. Καταλαβαίνω. Και τελικά σ' όσους μας πληγώνουν οφείλουμε ένα ευχαριστώ. Η ουσιαστική γνώση αποκτιέται με πόνο. Το παθαίνω απ' το μαθαίνω, άλλωστε, ένα γράμμα απείχε πάντα. Σβήσε το "π", να φύγει ο πόνος. να φύγει η ψευδαίσθηση. Βάλε "μ" στη θέση του, να μείνεις μόνος, να βρεις την αλήθεια σου. 
Κι εμείς θα συναντιόμαστε εδώ.
Στο υπόσχομαι.
Να νιώθουμε ο ένας τον άλλο.
Για λίγο...           

Σάββατο 3 Απριλίου 2010

Κι άρχισε η νύχτα πάλι νύχτα να ζητάει...

(φωτογραφία του Δημήτρη Παπαγεωργίου)


Αγαπητέ Κύριε,
τυχαίνει να περνάτε τακτικά
μπρος απ' τις ώρες μου
κι εγώ να είμαι πάντα εκεί
και να σας βλέπω
όπως οφείλω να βλέπω
- μεγάλος κόπος για την όραση -
ό,τι περνάει.

Σας βλέπω,
προφταίνω το τρεχούμενο βλέμμα σας
- άρα δεν είναι όλα ξεροπόταμα -
μειδιάτε
- άρα υπάρχουν όχθες -
χαιρετάτε,
ήχος πετούμενος,
και περνάτε.

Εγώ, κύριε,
σας αποδίδω μάλλον
σε φαινόμενο αντικατοπτρισμού
και σε απόηχο ονείρων γυρολόγων.

Οι ώρες μου όμως σας πιστεύουν.
Μόλις φανείτε σταματάνε·
μες στα ρολόγια, μες στα δεδομένα,
μες στα οφθαλμοφανή,
μες στη ρευστή τους μοίρα,
σταματάνε,
καταμεσής στην αδειοσύνη τους,
κι εκείνο το σπαρακτικό
«Ιδού ο Νυμφίος έρχεται»
για σας το λένε.
Δικαίως.

Γιατί
ενώ απλώς περνάτε
ενώ σχεδόν στ' αόρατα συγκαταλέγεστε
κάνετε εντούτοις ένα θαύμα:
τις γεμίζετε.
Πόσες φορές μάλιστα
«εν τω μέσω της νυκτός».

Κ.Δ.

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010

Θα λέω ψέματα πως δε θα ξαναφύγω...

(εικόνα του Alexander Jansson)

Γυροφέρνω το σπίτι να βρω μια ελεύθερη γωνιά στο πάτωμα. Κείνη πλάι στη μπαλκονόπορτα, που μου επιτρέπει να κοιτώ έξω, είναι πιασμένη. Τέσσερις τοίχοι μου προσφέρουν επ' αμοιβής ένα τιποτένιο άσυλο. Τελικά δεν έχω την πολυτέλεια της περαιτέρω αναζήτησης, ο πόνος με διπλώνει στα δύο εκεί ακριβώς που στέκομαι... Έχω ένα χρώμα λευκό, σχεδόν νεκροφανές. Τα άκρα μου παγωμένα. Τρέμω κατά διαστήματα. Λες και ξαφνικά έπεσε η θερμοκρασία στο δωμάτιο. Η σκέψη μου χάνεται εντελώς...
Ο χειμώνας τούτος ήταν ατέλειωτος και ξεκίνησε μήνες νωρίτερα. Αναρωτιέμαι αν θα μυρίζει καλοκαίρι πίσω στο νησί. Αν ο ουρανός είναι καθάριος τα βράδια. Καμιά φορά όταν κοιτάς ψηλά νιώθεις τη μοναξιά να μικραίνει, έστω στιγμιαία. Νιώθεις ένα τίποτα μέσα στ' απέραντο. Κι όμως περιμένεις. Περιμένεις να νιώσεις ένα κάτι. Ένα απροσδιόριστο συναίσθημα. Σα λαχτάρα για μια αγκαλιά που ποτέ δε θα 'ρθει. Και δεν είναι που θα μείνεις μόνη. Απλά να... Είναι όλα τούτα τα τραγούδια που έμαθες και δεν έχεις να τα μοιραστείς με κάποιον. Το μολύβι που δεν ακουμπάς πια. Οι σκέψεις που μένουν μετέωρες και μετά χάνονται. Οι φλόγες που μόνες ανάβουν, μόνες σβήνουν. Οι αλλαγές που κανείς δεν παρατηρεί... Η σιωπή...
Δε μ' αρέσει πια το ίδιο κρασί. Ούτε ελπίζω στα ίδια πράγματα. Χαμογελώ στον κόσμο. Δεν πνίγομαι στα λεωφορεία. Ελάττωσα τα αποσιωπητικά στα κείμενα. Δε γράφω ποιήματα. Ούτε παίζω τις ίδιες σονάτες στο πιάνο. Δεν περιμένω απ' τους ανθρώπους να καταλάβουν. Ακούω τους πάντες και δε μιλώ σε κανέναν. Όλα κλεισμένα σ' ένα εσώτερο σύμπαν. Κι όμως, έτοιμα να τρέξουν σα χείμαρρος προς τα έξω στο πρώτο βαθύ άγγιγμα. Αν υπήρχε...
Κι αν με ρωτήσεις τι μου λείπει, θα σου πω όλα τα μικρά πράγματα που μου έρχονται στο μυαλό. Μου λείπουν οι ώρες που σκορπούσα σε κείνο το υπόγειο βιβλιοπωλείο. Και τα μαθήματα στο υπόγειο σπίτι με κείνον τον υπέροχο άνθρωπο που πάντα με έκανε να γελάω, έστω κι αν πριν πέντε λεπτά ήμουν του θανατά. Τα πρωινά που ανέτελλαν με Παυλίδη. Οι αλκοολούχες νύχτες με τους φίλους που δεν ήθελα να τελειώσουν και κείνο το γιασεμί πιο κάτω απ' τη Μέθεξη. Οι υπογραμμίσεις στις φράσεις που μου άρεσαν. Οι διαδρομές με τ' αυτοκίνητο. Οι βραδυνές μοναχικές βόλτες ακούγοντας πειραγμένες μουσικές και κάνοντας ολόκληρο κύκλο για να μην περάσω από κείνο το σημείο στην επιστροφή. Κι όλα τα μικρά πράγματα που έφτιαχναν εμένα... Μου λείπει το κορίτσι εκείνο που ήμουν. Με τα όνειρα του τα υπολογίσιμα, τις αλώβητες ελπίδες και την αφελή του πίστη στα δύο προηγούμενα...
Κι αναρωτιέμαι, αν, τώρα που θα γυρίσω, θα μπορώ να αποτάξω ολότελα τον αλλιώτικο εαυτό.
Αν μπει μέσα μου ο γνώριμος, και κάτσουμε παρέα στην παλιά μου γωνία...
Κι αν ανοίξει το τετράδιο και μου γράψει "Θα μείνω"...

Σάββατο 13 Μαρτίου 2010

Insolitus

(εικόνα του Alexander Jansson)

Συγχώρα με αν ονειρεύομαι κι απόψε. Κι αν δεν το κάνεις δεκάρα δε δίνω. Απόψε ορκίστηκα να σε απολαμβάνω μέχρι να φτάσω τα τριανταεφτά, τούτο θαρρώ πως είναι το προσδόκιμο όριο ζωής. Μετά γίνεσαι ύπαρξη και μάταια προσμένεις την επιστροφή του παρελθοντικού σου μεγαλείου και την επιστροφή απ' την εφορία. Μάταια, ξαναλέω. Και τα δυο... 

-"Ήρθα να παίξουμε χαρτιά"
-"..."
-"Τι, πες μου πως δε ξέρεις να παίζεις χαρτιά ?!"
-"..."
-"Τι σκατά φοιτήτρια είσαι, άμα δε ξέρεις να παίζεις χαρτιά ?!"
-"Καλά, μη μου ξανακάνεις λάικ στο φέισμπουκ"
-"Έφτιαξες φέισμπουκ ?"
-"Όχι"
-"Τότε ?"
-"..."

Άτιμη ειρωνεία, χαραμίζεσαι...

Παρασκευή 5 Μαρτίου 2010

Letters to my unknown self



You 're all I have left...
Don't let me down.

And if you do...
Don't let me know.