Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010

Admissions


(η φωτογραφία από εδώ)

Κάθε φορά που μιλούσα από καρδιάς, τα χρόνια μου έμπαιναν εμπόδιο στην αποδεκτότητα των λόγων μου. Μια μέρα θα καταλάβεις, μου λέγανε... Αφέλεια παιδική ακόμα στο μυαλό κι αυτή σε ορίζει... Κι ίσως έτσι να ήταν, έτσι να είναι... Φοβάμαι. Δεν το κρύβω. Ποτέ δεν το έκρυψα. Τρέμω τον αδύναμο εαυτό μου. Τρέμω...
Μια στιγμή αρκούσε. Η παλάμη χάιδεψε ορμητικά τις λέξεις, κι αυτές σβήστηκαν, λες και το μελάνι τους ποτέ δεν στέγνωσε... Μια βόλτα στη θάλασσα. Κοίτα ουρανός, κοίτα αστέρια, κοίτα κύματα. Όλα τακτοποιημένα, όλα στη θέση τους. Η μουσική έπαιζε. Η επίγνωση με βρήκε απροετοίμαστη κι όμως γαλήνια... Είμαστε όλοι μόνοι μας. Όλοι... Κανείς δε ξέρει τι σκέφτομαι, τι νιώθω, ούτε τι σκέφτεσαι και τι νιώθεις εσύ. Ο καθένας μας βρίσκεται αλλού, σ' ένα δικό του σύμπαν, κι είναι δικαίωμα του. Με ποιο δικαίωμα όμως να σε μπάσω εγώ στο δικό μου σύμπαν και με ποια δύναμη; Υπάρχει άραγε κοινό σημείο συνάντησης; Όχι για όλους, έστω για δυο... Τόσο διαφορετικά όμοιοι και συνάμα τόσο όμοια διαφορετικοί... Καμιά φορά βρισκόμαστε όμως, ε; Πίσω απ' τις λέξεις... Μόνο έτσι. Μόνο μέσα απ' ότι δημιουργούμε σκορπάμε τον εαυτό μας δίχως να τον χάνουμε. Στις λέξεις, στις νότες, στις σιωπές. Στις υπογραμμισμένες φράσεις των βιβλίων, στις τσακισμένες τους σελίδες. Και μόνο έτσι νιώθουμε ο ένας τον άλλο, για λίγο, μόνο για λίγο. 
Πανάκριβα μας την πούλησε ο Θεός τη ζωή, έγραψε η Αλκυόνη... Ξέρεις τι ? Απόψε την πιστεύω. Αναρωτιέμαι μονάχα, αν εκείνο το άστρο θα κοιτά αιώνια το κενό. Ή αν κάποια μέρα αντικρίσει στην πανσέληνο το χρώμα απ' τα μάτια Του... Αν θα δώσει σημεία ζωής το παράλογο. Γιατί το παράλογο δεν είναι να θες, σ' αυτόν τον κόσμο, να σ' αγαπουν και ν' αγαπάς, αλλά τούτο το θέλω σου να εκπληρώνεται... Η ίδια μας η ύπαρξη μας θέλει σκυφτούς. Να μην κοιτάμε τριγύρω την ομορφιά και ξελογιαζόμαστε. Να μην αγγίξουμε τ' άνθη και μας χαράξουν τ' αγκάθια τους. Δεν είναι ώρα, μας φωνάζει, για πληγιασμένα δάχτυλα. Φοβάται κι η ύπαρξη. Φοβάται... Νομίζεις έχει πολλά και κείνη; Τούτες οι άμυνες της απέμειναν μονάχα. Αγώνα κάνει για να μην καταργηθεί. Αρκεί να ξεχωρίζεις τις ώρες που πρέπει να την ακούς. Δε θ' αντικρίσεις ποτέ ουρανό αν σκύβεις συνεχώς. Και, μη ξεχνάς, τα όνειρα μόνο με κόκκινα δάχτυλα μπορούν ν' αγγιχτούν...
Την Κική πάλι, που φωνάζει πως είναι μύθος η Αγάπη, δεν την πιστεύω μία. Με θυμώνει έτσι που τα λέει, δεν είναι οι άνθρωποι για να μιλούν. Η σιωπή υποτιμάται. Η Αγάπη μας φταίει που δεν υπάρχουν ψυχές να την πιστέψουν; Όχι ρε. Το τίποτα μας φταίει. Αμφιβολίες, αμφιβολίες, αμφιβολίες. Αμφιβολίες κι ελαφρότητες. Πως μου τη δίνουν όσοι δεν παίρνουν στα σοβαρά το χρόνο τους. Κι εγώ μέσα σ' αυτούς είμαι, μη νομίζεις. Αλλά προοδεύω. Αργά. Καταλαβαίνω. Και τελικά σ' όσους μας πληγώνουν οφείλουμε ένα ευχαριστώ. Η ουσιαστική γνώση αποκτιέται με πόνο. Το παθαίνω απ' το μαθαίνω, άλλωστε, ένα γράμμα απείχε πάντα. Σβήσε το "π", να φύγει ο πόνος. να φύγει η ψευδαίσθηση. Βάλε "μ" στη θέση του, να μείνεις μόνος, να βρεις την αλήθεια σου. 
Κι εμείς θα συναντιόμαστε εδώ.
Στο υπόσχομαι.
Να νιώθουμε ο ένας τον άλλο.
Για λίγο...           

Σάββατο, 3 Απριλίου 2010

Κι άρχισε η νύχτα πάλι νύχτα να ζητάει...

(φωτογραφία του Δημήτρη Παπαγεωργίου)


Αγαπητέ Κύριε,
τυχαίνει να περνάτε τακτικά
μπρος απ' τις ώρες μου
κι εγώ να είμαι πάντα εκεί
και να σας βλέπω
όπως οφείλω να βλέπω
- μεγάλος κόπος για την όραση -
ό,τι περνάει.

Σας βλέπω,
προφταίνω το τρεχούμενο βλέμμα σας
- άρα δεν είναι όλα ξεροπόταμα -
μειδιάτε
- άρα υπάρχουν όχθες -
χαιρετάτε,
ήχος πετούμενος,
και περνάτε.

Εγώ, κύριε,
σας αποδίδω μάλλον
σε φαινόμενο αντικατοπτρισμού
και σε απόηχο ονείρων γυρολόγων.

Οι ώρες μου όμως σας πιστεύουν.
Μόλις φανείτε σταματάνε·
μες στα ρολόγια, μες στα δεδομένα,
μες στα οφθαλμοφανή,
μες στη ρευστή τους μοίρα,
σταματάνε,
καταμεσής στην αδειοσύνη τους,
κι εκείνο το σπαρακτικό
«Ιδού ο Νυμφίος έρχεται»
για σας το λένε.
Δικαίως.

Γιατί
ενώ απλώς περνάτε
ενώ σχεδόν στ' αόρατα συγκαταλέγεστε
κάνετε εντούτοις ένα θαύμα:
τις γεμίζετε.
Πόσες φορές μάλιστα
«εν τω μέσω της νυκτός».

Κ.Δ.