Παρασκευή, 13 Μαΐου 2011

Vague is to be one hand clapping in vain

Ψιλοβρόχι και ζιγκ-ζαγκ στο πεζοδρόμιο, δανεικό τ' οξυγόνο στα πνευμόνια μου, ένα κορίτσι με τα κορδόνια του δεμένα αντίστροφα κι αρώματα σέρνικα ομορφαίνουν τον αέρα. Γέλια και φωνές, ακουγόμαστε μονάχα εμείς σ' ολάκερη τη Σβώλου, κι αν ενοχλούμε τον κόσμο, κι αν μας κοιτάζουν περίεργα κάτι βλέμματα, πόσο δεν με νοιάζει. Πόλεμος για το ποια από μας θα πάρει τα δυο τελευταία μπαλόνια που μοιράζουν στο δρόμο. Μια πιτσιρίκα μας κοιτά και της χαρίζουμε το ένα, έτσι για να κερδίσουμε μι' αχτίδα απ' το γέλιο της. Να βγει κι ο ήλιος, να μας πείσει λίγο η άνοιξη για την ύπαρξη της. Κουράζει κι ο χειμώνας καμιά φορά...
Νιώθω πως θα ξεβάψουν τα μαλλιά μου και θα γεμίσω στάμπες βιολετί και κόκκινες. Νιώθω πως θα ξεβάψω και 'γω, που τόσο κοπιάζω να κρύβομαι στα χρώματα. Πως μου φαίνεται αστείο, που πιστεύουν πως είμαι έτσι στ' αλήθεια, σκληρή και αναίσθητη. Πως και δεν έχουν ακόμα καταλάβει ότι, με τον κυνισμό μου, καλύπτω μονάχα κάτι ρημαγμένες ευαισθησίες... 
Κουράζονται κι οι άνθρωποι καμιά φορά... Και κουράζουν. Τα ίδια και τα ίδια σε υπερπολλαπλάσιες επαναλήψεις. Πόσες φορές να διαβάσω πια το ρημάδι το Μονόγραμμα, πόσες κι άλλες τόσες να καραμελώνουμε λόγια για πρίγκιπες μικρούς και τα -διάφανα στο μάτι- σημαντικά τους. Κι αφού πιάνουμε όλοι το νόημα το βαθύ, γιατί τόση επιφάνεια; Γυρεύουμε ψηλά τα ιδανικά και χάνουμε όλες τις ευκαιρίες να ζωντανέψουμε τα θαύματα τριγύρω μας, και κοίτα ποια μιλάει τώρα... Που μου 'κοψαν το ένα χέρι να μη γράφω κι έκατσα με το άλλο να τους χειροκροτώ. Φευ... 
Όσο κι αν φτύνεις χαμόγελα, κανέναν δεν πείθεις, αν δεν έχεις καρδιά. Όσα δάκρυα κι αν στάξεις, στράφι πάνε, γιατί στην τελική πάντα ξεσαλεύουν τα ψεύτικα απ' τ' αληθινά, να μου το θυμηθείς... 
Και αν έμαθα πόσο κουράζει κι η σιωπή, όταν αντηχεί τετράκις στους τοίχους και σε ζώνει όπως τα σάβανα το νεκρό, άλλο τόσο γνώρισα πως ειν' οι λέξεις ανάσες κι η λευτεριά σου ένα γαμημένο στρόφισμα του μυαλού μακριά, μια μονάχα αλλιώτικη ματιά σε κείνη τη σκιά, "που πάντα θα σου ξεφεύγει μα πάντα να κυνηγάς... Μόνο και μόνο για να προχωράς...". 

Δευτέρα, 2 Μαΐου 2011

Μα δεν χρειάζεται εισιτήριο η επιστροφή


"Πόση θάλασσα πια να φέρω; Πόσο ουρανό;
Κάποιος άλλος θα μ’ έδιωχνε και με λιγότερα.


Στο κάτω κάτω υπάρχει για όλους μας ένα τοπίο φυγής..."

Σ. Βλαχογιάννη   

Σάββατο, 28 Αυγούστου 2010

Συνδιαλεγόμενοι





-"Υποπτεύομαι γιατί σκοτώνεις τα πουλιά.
Τα απωθημένα σου φτερά εκδικείσαι.
Λυτρώσου.
Όλων μας σχεδόν τα πετάγματα
κάποια τα βρήκε αζύγιαστη
ή ζυγιασμένη σφαίρα"



-"Mεσ' την καρδιά μου έχω ένα ήμερο πουλί 
Aν τ' αφήσω να βγει 
τα δόντια του θα σε κατασπαράξουν"




(*Δημουλά, Σαχτούρης και η φωτογραφία δεν θυμάμαι)

Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010

Υστερόγραφο

(φωτογραφία: Iris Marilù Humm)


Οι όρκοι μετρούν τα κουράγια των ανθρώπων. Λειψά τα βγάζουν πάντοτε.
Οι όρκοι. Τα ιερά ψέματα, σα να λέμε...

Προσπαθώ να ανακαλέσω παρελθόντα και πέφτω στο κενό. Δυο χρόνια. Ένα μπαλόνι που έσκασε σε κάποιαν άγνωστη ατμόσφαιρα κι οι σάρκες του σκορπισμένες όλες μέσα στο δωμάτιο μου. Καμιά μνήμη δεν έχω κι όμως όλα τα θυμάμαι και ξεχνώ...
Κάποτε η μόνη λέξη που μπορούσα να πω ήταν φοβάμαι. Τώρα σέβομαι περισσότερο τη σιωπή.
Αναρωτιέμαι μονάχα, αν οι άνθρωποι ήξεραν πως απ' τα ακροδάχτυλα τους -καμιά φορά κι απ' τα χείλη ή τις σταλαγματιές των ματιών τους- κρέμονται οι ευτυχίες άλλων ανθρώπων, θα 'χαν τη δύναμη μια ζωή να τις κουβαλούν, έχοντας μπει σε τροχιά συνεχούς απομάκρυνσης από τους ιδιοκτήτες τους;
Μην απαντάς.

Υ.γ.: Ορκίζομαι, ορκίζομαι, για άλλον άνθρωπο δε θα ξαναγράψω.

Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

772010



Γνώρισα όλους, σχεδόν, τους ανθρωπομορφισμούς της ελπίδας, κι έτσι όρισα τη σχεδόν απογοήτευση, το σχεδόν δίδαγμα και τους σχεδόν ανθρώπους. Πόσους πολλούς έχουμε από δαύτους... 

~

Κατάλαβα πόσο αγαπώ τα ηλιοφέγγαρα στα βλέμματα που ξεφεύγουν από καστανά μάτια, και είναι μονάχα το θράσος που δημιουργεί η ανάγκη, ίσως και η ψευδελπίδα μιας υπόσχεσης, που με κάνει να θέλω να τα αντικρίζω... 

~

Καμιά φορά όμως κουράζομαι τόσο που χαμηλώνω το κεφάλι και, απειλώντας το τίποτα, υπόσχομαι πως ποτέ ποτέ δε θα ξαναορθώσω τα βλέφαρα μου, και κανείς δε θα ψάξει να ικανοποιήσει το ελάχιστο του εγωισμού μου αναζητώντας με... 

~

Ποθώ να γράφω μα δεν έχω λέξεις, κι όλα μου τα θέλω φαντάζουν αδιάπρακτα εγκλήματα κατά της φυσικής τάξης των πραγμάτων. Δικαίως οι σκέψεις μου τα κυνηγούν σαν Ερινύες, μα δε θα τα φτάσουν ποτέ... Σίγουρα όχι απόψε...

Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010

Admissions


(η φωτογραφία από εδώ)

Κάθε φορά που μιλούσα από καρδιάς, τα χρόνια μου έμπαιναν εμπόδιο στην αποδεκτότητα των λόγων μου. Μια μέρα θα καταλάβεις, μου λέγανε... Αφέλεια παιδική ακόμα στο μυαλό κι αυτή σε ορίζει... Κι ίσως έτσι να ήταν, έτσι να είναι... Φοβάμαι. Δεν το κρύβω. Ποτέ δεν το έκρυψα. Τρέμω τον αδύναμο εαυτό μου. Τρέμω...
Μια στιγμή αρκούσε. Η παλάμη χάιδεψε ορμητικά τις λέξεις, κι αυτές σβήστηκαν, λες και το μελάνι τους ποτέ δεν στέγνωσε... Μια βόλτα στη θάλασσα. Κοίτα ουρανός, κοίτα αστέρια, κοίτα κύματα. Όλα τακτοποιημένα, όλα στη θέση τους. Η μουσική έπαιζε. Η επίγνωση με βρήκε απροετοίμαστη κι όμως γαλήνια... Είμαστε όλοι μόνοι μας. Όλοι... Κανείς δε ξέρει τι σκέφτομαι, τι νιώθω, ούτε τι σκέφτεσαι και τι νιώθεις εσύ. Ο καθένας μας βρίσκεται αλλού, σ' ένα δικό του σύμπαν, κι είναι δικαίωμα του. Με ποιο δικαίωμα όμως να σε μπάσω εγώ στο δικό μου σύμπαν και με ποια δύναμη; Υπάρχει άραγε κοινό σημείο συνάντησης; Όχι για όλους, έστω για δυο... Τόσο διαφορετικά όμοιοι και συνάμα τόσο όμοια διαφορετικοί... Καμιά φορά βρισκόμαστε όμως, ε; Πίσω απ' τις λέξεις... Μόνο έτσι. Μόνο μέσα απ' ότι δημιουργούμε σκορπάμε τον εαυτό μας δίχως να τον χάνουμε. Στις λέξεις, στις νότες, στις σιωπές. Στις υπογραμμισμένες φράσεις των βιβλίων, στις τσακισμένες τους σελίδες. Και μόνο έτσι νιώθουμε ο ένας τον άλλο, για λίγο, μόνο για λίγο. 
Πανάκριβα μας την πούλησε ο Θεός τη ζωή, έγραψε η Αλκυόνη... Ξέρεις τι ? Απόψε την πιστεύω. Αναρωτιέμαι μονάχα, αν εκείνο το άστρο θα κοιτά αιώνια το κενό. Ή αν κάποια μέρα αντικρίσει στην πανσέληνο το χρώμα απ' τα μάτια Του... Αν θα δώσει σημεία ζωής το παράλογο. Γιατί το παράλογο δεν είναι να θες, σ' αυτόν τον κόσμο, να σ' αγαπουν και ν' αγαπάς, αλλά τούτο το θέλω σου να εκπληρώνεται... Η ίδια μας η ύπαρξη μας θέλει σκυφτούς. Να μην κοιτάμε τριγύρω την ομορφιά και ξελογιαζόμαστε. Να μην αγγίξουμε τ' άνθη και μας χαράξουν τ' αγκάθια τους. Δεν είναι ώρα, μας φωνάζει, για πληγιασμένα δάχτυλα. Φοβάται κι η ύπαρξη. Φοβάται... Νομίζεις έχει πολλά και κείνη; Τούτες οι άμυνες της απέμειναν μονάχα. Αγώνα κάνει για να μην καταργηθεί. Αρκεί να ξεχωρίζεις τις ώρες που πρέπει να την ακούς. Δε θ' αντικρίσεις ποτέ ουρανό αν σκύβεις συνεχώς. Και, μη ξεχνάς, τα όνειρα μόνο με κόκκινα δάχτυλα μπορούν ν' αγγιχτούν...
Την Κική πάλι, που φωνάζει πως είναι μύθος η Αγάπη, δεν την πιστεύω μία. Με θυμώνει έτσι που τα λέει, δεν είναι οι άνθρωποι για να μιλούν. Η σιωπή υποτιμάται. Η Αγάπη μας φταίει που δεν υπάρχουν ψυχές να την πιστέψουν; Όχι ρε. Το τίποτα μας φταίει. Αμφιβολίες, αμφιβολίες, αμφιβολίες. Αμφιβολίες κι ελαφρότητες. Πως μου τη δίνουν όσοι δεν παίρνουν στα σοβαρά το χρόνο τους. Κι εγώ μέσα σ' αυτούς είμαι, μη νομίζεις. Αλλά προοδεύω. Αργά. Καταλαβαίνω. Και τελικά σ' όσους μας πληγώνουν οφείλουμε ένα ευχαριστώ. Η ουσιαστική γνώση αποκτιέται με πόνο. Το παθαίνω απ' το μαθαίνω, άλλωστε, ένα γράμμα απείχε πάντα. Σβήσε το "π", να φύγει ο πόνος. να φύγει η ψευδαίσθηση. Βάλε "μ" στη θέση του, να μείνεις μόνος, να βρεις την αλήθεια σου. 
Κι εμείς θα συναντιόμαστε εδώ.
Στο υπόσχομαι.
Να νιώθουμε ο ένας τον άλλο.
Για λίγο...           

Σάββατο, 3 Απριλίου 2010

Κι άρχισε η νύχτα πάλι νύχτα να ζητάει...

(φωτογραφία του Δημήτρη Παπαγεωργίου)


Αγαπητέ Κύριε,
τυχαίνει να περνάτε τακτικά
μπρος απ' τις ώρες μου
κι εγώ να είμαι πάντα εκεί
και να σας βλέπω
όπως οφείλω να βλέπω
- μεγάλος κόπος για την όραση -
ό,τι περνάει.

Σας βλέπω,
προφταίνω το τρεχούμενο βλέμμα σας
- άρα δεν είναι όλα ξεροπόταμα -
μειδιάτε
- άρα υπάρχουν όχθες -
χαιρετάτε,
ήχος πετούμενος,
και περνάτε.

Εγώ, κύριε,
σας αποδίδω μάλλον
σε φαινόμενο αντικατοπτρισμού
και σε απόηχο ονείρων γυρολόγων.

Οι ώρες μου όμως σας πιστεύουν.
Μόλις φανείτε σταματάνε·
μες στα ρολόγια, μες στα δεδομένα,
μες στα οφθαλμοφανή,
μες στη ρευστή τους μοίρα,
σταματάνε,
καταμεσής στην αδειοσύνη τους,
κι εκείνο το σπαρακτικό
«Ιδού ο Νυμφίος έρχεται»
για σας το λένε.
Δικαίως.

Γιατί
ενώ απλώς περνάτε
ενώ σχεδόν στ' αόρατα συγκαταλέγεστε
κάνετε εντούτοις ένα θαύμα:
τις γεμίζετε.
Πόσες φορές μάλιστα
«εν τω μέσω της νυκτός».

Κ.Δ.