Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

"I don't want realism. I want magic."

-"Γαμώ τους αριστερογαμιόληδες στο διάολο σήμερα...". 
Κλασσική δραματική είσοδος. Πέταξε το χαρτοφύλακα στο πάτωμα, μαζί με το πανωφόρι του και τα κλειδιά. Λίγα εκατοστά παραπέρα παράτησε και τα παπούτσια. Ξέραν και οι δυο πως θα μείνουν όλα εκεί μέχρι ν' αποφασίσει ο ίδιος να τα μαζέψει. Δε χρειάστηκε ποτέ να τα ξεκαθαρίσουν αυτά. Αυτονόητα. Ούτε δούλα, ούτε κυρά, όπως έγραψε κάποιος με σπρέι, δυο τοίχους παρακάτω απ' την υπόγεια αποθήκη που είχαν βαφτίσει κρησφύγετο τους. 
Το βλέμμα της τον ακολουθούσε, νωχελικό, με ένα μειδίαμα στα χείλη, σα να 'ξερε τη συνέχεια και του σημερινού δράματος. Αν ήταν οποιοσδήποτε άλλος, τα μάτια της θα πετούσαν ήδη σπίθες στο άκουσμα των τριών πρώτων λέξεων. Αν ήταν οποιοσδήποτε άλλος... Αλλά ήταν εκείνος. Ή μάλλον Εκείνος. Κι αυτό το, εκ πρώτης όψεως, ανεξήγητο κράμα αντιφάσεων του. Εκείνη ήξερε ότι ήταν τόσο δεξιός, όπως δήλωνε ο ίδιος, όσο κι αναρχικός, τόσο αριστερός κι άλλο τόσο βλάκας ώρες ώρες, όλα τούτα μαζί και τίποτα απ' αυτά εν τέλει. Μια κλίση προς την καλτ σαπίλα θα του την αναγνώριζες όμως σίγουρα...
Την κατέκτησε εν αγνοία του, μέσα απ' τον εκνευρισμό που της προσέφερε αρχικά, όσο τον εξερευνούσε. Με την ιδιόμορφη κατανόηση που του προσφέρει εκείνη τώρα, τον κατέκτησε με τη σειρά της. Μια αντίφαση δεν ήταν άλλωστε και οι δυο τους; Μια αντίφαση με κοινά εικονίσματα: Διάφανα κρίνα, Otto Dix, τα φίλτρα τους στις φωτογραφίες, η Σωσώ Παπαδήμα και οι drama queens μέσα τους που, ούτε ο ένας, ούτε η άλλη, ένιωσαν ποτέ τους την ανάγκη να κρύψουν.
Κάθισε ακίνητος και περίμενε την αντίδραση της. Μια καρτερικότητα για το κάλεσμα της, την επιβεβαίωση ότι κέρδισε επάξια την προσοχή της, για να περάσει στη συνέχεια της εξιστόρησης του φιάσκου που του στήσανε και σήμερα, τα βλακώδη όντα που τον περιβάλλουν. Όσο κι αν τον έκαιγε λίγο η αναμονή μέσα του, δε θα πήγαινε ποτέ κοντά της αν δεν τον φώναζε εκείνη πρώτα. Είχε υιοθετήσει το μειδίαμα της, στην εκνευρισμένη του βερσιόν βέβαια, αλλά μόνο και μόνο για να μη μαρτυρήσει η έκφρασή του την εσώτερη κάψα. 
-"Θες;" του είπε, στρέφοντας το μπουκάλι στα χέρια της προς το μέρος του, με όση δήθεν αδιαφορία μπορούσε να μαζέψει στο πρόσωπο της. Ποιος νόμιζε πως ήταν, άλλωστε, να ζητά το μονοπώλιο της προσοχής. Σάμπως κι εκείνη δεν έχει δράματα απόψε; 
Τετρακόσιες σαράντα εφτά σελίδες της απέρριψαν. Μία μία. "Τι είναι τούτα δεσποινίς; Σαχλά μακάβριοι χαρακτήρες, δίχως ίχνος πραγματικότητας. Είπαμε λ ο γ ο τ ε χ ν ί α, αλλά λίγος ρεαλισμός δεν έβλαψε ποτέ κανέναν" ήταν η αυτολεξεί απάντηση του τρίτου εκδότη στον οποίο είχε απευθυνθεί. Ένα "Γιατί;", όλο κι όλο, είχε υποχρεώσει την γραμματέα του κωλόγερου να του μεταβιβάσει, μετά την αρνητική ανακοίνωση του, κι αυτός ο παπάρας δεν έκανε καν τον κόπο να της τηλεφωνήσει. Μόνο ένα ξερό μέηλ για να ξεκάνει την υπομονή της. "...λίγος ρεαλισμός...". Λίγος ρεαλισμός! Μα φυσικά! Αλίμονο! Άμα του 'βαζε τον Tennessee Williams στον κώλο θα 'νιωθε τον λίγο ρεαλισμό σε όλο του το μήκος. Τι της φταίει όμως κι ο Tennessee...
Της έγνεψε αρνητικά ανασηκώνοντας το κεφάλι. Χάζεψε για δευτερόλεπτα το λαιμό του, τα σαρκώδη χείλη του, και γύρισε στην ιεροτελεστία της. Διάλεξε έναν κύβο ζάχαρης, τον τοποθέτησε στο κέντρο του κουταλιού κι άφησε την ογδοντάρα -καθότι ήτο και μεγάλες οι πίκρες σήμερα- πράσινη νεράιδα να τον λιώσει. Δεν του άρεσε το αλκοόλ, κι εκείνη συνήθως του την έλεγε που δεν της έκανε παρέα στην πόση. Αλλά σήμερα η κατηραμένη καλλιτέχνις θα έπνιγε τον πόνο της μονάχη, μέχρι να τον αναγκάσει να την πάρει αγκαλιά και να ακούσει τα παράπονά της, πριν συνεχίσει αυτός με τα δικά του. Αυτή την τεχνική την ονόμαζε "Ορέστης Μακρής", Εκείνος όμως δε χαμπάριασε. Της επέστρεψε ίση ποσότητα δήθεν αδιαφορίας κι έβαλε τη βελόνα του πικάπ να γρατζουνάει λόγια και νότες. 

Στεκόμαστε γυμνοί απ' όνειρα... Κάτω απ' τα μαύρα σύννεφα... 
Απόγονοι του τίποτα... Πελάτες της σιωπής...
Έχουμε τσέπες αδειανές... Και στην καρδιά δυο μνήματα...
Μια άδεια μποτίλια δίπλα στο κρεβάτι... Είναι ο μόνος μας συγγενής...

Ξέρεις τι ανήκουστο που είναι να βρεις αριστερό καθηγητή στη σχολή του; Πιο εύκολα βρίσκεις νερό στον ήλιο. Κι όμως ο αριστερογαμιόλης έπεσε πάνω του και δεν του χαρίστηκε. Έπρεπε να ξαναγράψει τη μισή του εργασία αλλιώς το διδακτορικό του θα πήγαινε στο βρόντο. Και να 'ταν και κανάς σοβαρός ιδεολόγος να πεις πάει στο διάολο. Αλλά αυτό το βδέλυγμα ήταν τόσο αριστερός όσο έπρεπε για να πηδάει τις μεταπτυχιακές του αστικού δικαίου. Και οι μη πολιτικά ορθές απόψεις της εργασίας του, πρόσφεραν στον γαμιόλη το κατάλληλο έδαφος για να αρχίσει το κήρυγμα μπροστά σε δυο ΕΑΑΚίτισσες, που ήταν στο γραφείο του εκείνη την ώρα, κι αυτές οι καργιόλες αμέσως να βεντουζώσουν στα πλακάκια σα χταπόδια. Αυτή την ώρα θα τις γαμάει και τις δυο μαζί. Στανταράκι.

Κορόνα γράμματα ποντάρουμε το θάνατό μας... 
Την ίδια κλίση παίρνουμε φλερτάροντας γκρεμούς... 
Κι όταν δε θα 'χουμε πια τίποτα δικό μας... 
Ο έρωτας θα μας τσακίσει και θα μας κάνει αληθινούς...

Σηκώθηκε και πήγε στάθηκε μπροστά του. Άπλωσε τα χέρια της προς το μέρος του, γαντζώνοντας το λαιμό του, και ψέλλισε ένα "Να χορέψουμε" που δεν ήταν ούτε ερώτηση, ούτε κατάφαση, μάλλον ανάγκη. Εκείνος κατάλαβε πως η νεράιδα που κατάπινε πριν λίγα λεπτά, σίγουρα δεν ήταν η πρώτη της. Δεν ήταν ποτέ του χορού. Μόνο το αλκοόλ θα μπορούσε να την κάνει, και μονάχα σε μεγάλη δόση. Πόσο μάλλον το αψέντι. Την κράτησε διστακτικά στην αρχή, πως διάολο να χόρευαν, με το ζόρι στεκόταν όρθια. Μετά την τράβηξε πάνω του ολότελα, σφιχτοκρατώντας την, μην του σωριαστεί στα πατώματα. Εκείνη δεν ήθελε στ' αλήθεια να χορέψει. Να του μιλήσει μόνο. Δε χρειαζόταν όμως να του πει κανένα παράπονο. Είχε καταλάβει τα πάντα από μόνος του όταν την αντίκρισε -Όχι γιατί πίστευε πως δεν άξιζε να εκδοσεί τις λέξεις της. Το εναντίον. Απλά ήξερε πολύ καλά πως, πλέον, η μόνη πρόζα που τυπώνεται αβίαστα, είναι αποκλειστικά η ροζ, και η μωβ ενίοτε. Εκείνη όμως Λένα Μαντά δε θα καταδεχόταν ποτέ να γίνει-. Τα πιώματα της του τα επιβεβαίωσαν όλα άλλωστε.

Θα μ' αγαπάς, θα μ' αγαπάς μα δε θα φτάνει... 
Άγονη βροχή θα πέφτει πάνω μου το χάδι σου... 
Και εγώ σαν γέρικο σκυλί μες το λιμάνι... 

Ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του. Άκουγε τους υγρούς χτύπους κάτω απ' το δέρμα του. Σχεδόν την υπνώτιζαν. Θυμήθηκε τις νύχτες που καμιά φορά ξάπλωνε μπρούμυτα κι άθελα της άκουγε τους δικούς της χτύπους στα σκοτάδια. Ο μεγαλύτερος της τρόμος η καρδιά που παλλόταν μέσα της. Η πιο φρικιαστική μελωδία η ασυμφωνία των σφυγμών της. Ξεγάντζωσε το ένα της χέρι από το λαιμό του, και τοποθέτησε, με τη χαρακτηριστική κίνηση, τα δυο δάχτυλα κάτω απ' το αριστερό της αφτί. Ένιωσε τη ζωντάνια να σαλεύει μέσα της, χωρίς τρόμο. Τραβήχτηκε μισό βήμα πίσω. Κοίταξε την αντανάκλαση της στα πράσινα μάτια του. "Δε φοβάμαι", είπε. "Δε σε φοβάμαι...".